ἐπικαχλάζω

ἐπικαχλάζω
ἐπι-καχλάζω, anplätschern, anschlagen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • επικαχλάζω — ἐπικαχλάζω (Α) 1. (για το κύμα) χτυπώ με θόρυβο πάνω σε κάτι («κῡμα πέτραις ἐπικαχλάζεσκεν», Απολλ. Ρόδ.) 2. παθ. ἐπικαχλάζομαι (κατά τον Ησύχ.) «ἐπικαχλάζεται διακινεῑται». [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καχλάζω «κάνω θόρυβο, κοχλάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ἐπικαχλάζον — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc voc sg ἐπικαχλάζω plash against pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζεσκεν — ἐπικαχλάζω plash against imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζεται — ἐπικαχλάζω plash against pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζοντος — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάζων — ἐπικαχλάζω plash against pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικαχλάσας — ἐπικαχλά̱σᾱς , ἐπικαχλάζω plash against fut part act fem acc pl (doric) ἐπικαχλά̱σᾱς , ἐπικαχλάζω plash against fut part act fem gen sg (doric) ἐπικαχλάσᾱς , ἐπικαχλάζω plash against aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”